Ἐργασία: "Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ"
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ο πόλεμος στην αρχαία Ελλάδα αποτέλεσαι  βαθμιαία το μέσο με το οποίο κρίθηκε η γεωγραφική μεταρύθμιση ανά τον καιρό.

(1)ΤΑΚΤΙΚΕΣ:
Κατά την αρχαϊκή περίοδο διαµορφώθηκε ο τρόπος οργάνωσης και παράταξης της φάλαγγας κατά τη µάχη. Οι οπλίτες τοποθετούνται ο ένας δίπλα στον άλλο σχηµατίζοντας ένα τείχος µε τις ασπίδες τους, ενώ οι ώµοι τους ακουµπούσαν µεταξύ τους. Λόγω του σχήµατος και του τρόπου στήριξης της ασπίδας κάθε οπλίτης κάλυπτε το µισό από το σώµα του ενώ το υπόλοιπο µισό προστατευόταν από τον οπλίτη που βρισκόταν στα δεξιά του. Εποµένως κάθε οπλίτης ήταν υπεύθυνος για την ασφάλεια του διπλανού του και αν δείλιαζε θα έθετε σε κίνδυνο τη συνοχή ολόκληρης της φάλαγγας. Πίσω από την πρώτη γραµµή των οπλιτών παρατάσσονταν οι υπόλοιποι συµπολεµιστές τους σε βάθος 8 αντρών, αν και υπήρχε το ενδεχόµενο παράταξης σε αραιότερη ή πυκνότερη διάταξη, από 4 έως 16 σειρές. Οι 3-4 πρώτες σειρές της φάλαγγας είχαν τα δόρατα τους στραµµένα προς τον αντίπαλο, ώστε ο επιτιθέµενος στη φάλαγγα να χρειαστεί να περάσει από 3 τουλάχιστον αλλεπάλληλες σειρές αιχµών µέχρι να φτάσει στην πρώτη γραµµή της παράταξης. Οι τελευταίες σειρές είχαν τα δόρατα τους στραµµένα προς τα πάνω για να µην τραυµατίσουν όσους βρίσκονται στις προηγούµενες σειρές. Για να αποφευχθεί η περικύκλωση από τους αντιπάλους σε οπλισµένες περιπτώσεις η φάλαγγα υποστηριζόταν στις πλευρές της από δυνάµεις ιππικού και τοξοτών. Άλλες φορές υποστήριξη στη φάλαγγα µπορούσαν να προσφέρουν ελαφρύτερα οπλισµένα σώµατα, τοξότες ή σφενδονίτες. Την ώρα που άρχιζε η σύγκρουση ανάµεσα στις αντίπαλες φάλαγγες αποχωρούσαν τα οποία αφήνονταν γι’ αυτό τον σκοπό ανάµεσα στις γραµµές της παράταξης.
 
(1)ΟΠΛΙΣΜΟΣ:
Τα όπλα που απαιτούσε η τακτική της οπλιτικής φάλαγγας χωρίζονταν σε αµυντικά και επιθετικά. Τα αµυντικά προστάτευαν κάποιο µέρος του σώµατος και ήταν ο θώρακας, οι κνηµίδες, το κράνος και, σπουδαιότερο από όλα, η ασπίδα, καλουµένη «όπλον», η οποία έδωσε στο µέλος της φάλαγγας το όνοµα οπλίτης. Η ασπίδα αποτελούσε τη σηµαντικότερη προστασία του µαχητή. Ήταν κατασκευασµένη από ορείχαλκο, είχε κυκλικό σχήµα µε διάµετρο 80 cm ως ένα µέτρο περίπου και κάλυπτε αρκετά µεγάλη επιφάνεια. Η ασπίδα συνδέθηκε ιδιαίτερα µε την πολεµική παράδοση της εποχής και αποτελούσε το σύµβολο της τιµής του οπλίτη Επειδή ήταν αρκετά βαριά αποτελούσε το µόνο µέρος του αµυντικού οπλισµού που δεν ήταν προσαρµοσµένο στο σώµα του οπλίτη και µπορούσε εύκολα να εγκαταλειφθεί κατά τη διάρκεια της φυγής καθώς ένας στρατός που έπρεπε να υποχωρήσει έπρεπε να µπορεί να τρέξει γρήγορα. Η απώλεια της ασπίδας σήµαινε ότι ο οπλίτης τράπηκε σε φυγή και θεωρείτο η µεγαλύτερη ατίµωση για έναν µαχητή στην αρχαία Ελλάδα. Όποιος έριχνε την ασπίδα του, ο λεγόµενος «ρίψασπις», αντιµετώπιζε τον χλευασµό και την περιφρόνηση των συµπολιτών του. Οι Σπαρτιάτισσες µητέρες δίνοντας την ασπίδα στο γιο τους όταν αυτός έφευγε για τη µάχη του έλεγαν την γνωστή φράση «ή ταν ή επί τας», δηλαδή να επιστρέψει νικητής µε την ασπίδα στο χέρι ή να τον φέρνουν νεκρό πάνω της. Για την προστασία του κορµού τους οι οπλίτες έφεραν θώρακα κατασκευασµένο από ορείχαλκο συνήθως , όπως και η ασπίδα. Από τα τέλη της γεωµετρικής εποχής και για όλη σχεδόν την αρχαϊκή περίοδο είχε επικρατήσει ο κωδωνοσχηµος θώρακας, αποτελούµενος από δυο τµήµατα για το στήθος και την πλάτη τα οποία δένονταν µε ιµάντες στους ώµους και τα πλευρά. Για καλύτερη προστασία η κάτω απόληξη του θώρακα γύριζε προς τα έξω, ώστε να εµποδίζει την πορεία του δόρατος προς το υπογάστριο που συνήθως ήταν αφύλακτο. Κάτω από το µεταλλικό θώρακα φοριόταν πάντα ένα χιτώνιο για να προστατεύει το σώµα από πληγές που µπορούσαν να προκαλέσουν τα άκρα του µέταλλου αλλά και από την υπερβολική θερµότητα που ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί κατά τους θερινούς µήνες. Από τον 5ο αι. ο κωδωνοσχηµος θώρακας εξελίχθηκε στο λεγόµενο ανατοµικό, µεταλλική κατασκευή που κατέβαινε χαµηλότερα προστατεύοντας καλύτερα το υπογάστριο καθώς περιελάµβανε τις πτέρυγες µια διπλή σειρά από δερµάτινες η µεταλλικές λωρίδες οι οποίες εξασφάλιζαν µεγαλύτερη ευκινησία. Οι δυο θώρακες που αναφέρθηκαν παραπάνω είχαν το µειονέκτηµα να είναι µεταλλικοί και έτσι καθιστούσαν τη χρήση τους ιδιαίτερα δύσκολη. Γι’ αυτό λοιπόν από τα µέσα του 6ου αι. έκανε την εµφάνιση του ένα νέο, ελαφρύτερο είδος θώρακα. Ήταν κατασκευασµένος από αλλεπάλληλα στρώµατα λίνου υφάσµατος οπότε λεγόταν λινοθώραξ ή δέρµατος οπότε καλείτο σπολάς. Η χρήση του νέου τύπου θώρακα αύξησε την ταχύτητα του οπλίτη και έδωσε τη δυνατότητα για ταχύτερη διεξαγωγή διαφόρων ελιγµών ενώ δεν µείωσε ιδιαίτερα την προστασία του διότι µπορούσε να αποτρέψει µε επιτυχία χτυπήµατα από ξίφος. Το κράνος ήταν ένα από τα σηµαντικότερα σηµεία του αµυντικού οπλισµού διότι προστάτευε το κεφάλι, σηµείο το οποίο έµενε ακάλυπτο από την προστασία της ασπίδας. Κατά την αρχαϊκή εποχή επικρατήσαν δυο τύποι κράνους, ο ιλλυρικός και ο κορινθιακός. Το κορινθιακό κράνος είχε το πλεονέκτηµα να καλύπτει πλήρως το κεφάλι προστατεύοντας τον οπλίτη. Ταυτόχρονα όµως περιόριζε το οπτικό πεδίο και τη δυνατότητα του οπλίτη να ακούσει. Με το ιλλυρικό κράνος το πρόσωπο παρέµενε ακάλυπτο αυξάνοντας τον κίνδυνο για ένα καίριο χτύπηµα όµως ο οπλίτης είχε την δυνατότητα να βλέπει και να ακούει καλύτερα. Τα κράνη αυτά όµως ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικά κατά τους καλοκαιρινούς µήνες οπότε δηµιουργήθηκε ένα νέο είδος κράνους το οποίο έµοιαζε µε µεταλλικό καπέλο και προστάτευε µόνο το πάνω µέρος της κεφαλής αφήνοντας ελεύθερο το πρόσωπο και ονοµαζόταν πίλος. Η προστασία του σώµατος του οπλίτη συµπληρωνόταν από τις περικνηµίδες κατασκευασµένες από ορείχαλκο, που αποτελούντο από την εξωτερική µεταλλική επιφάνεια και την εσωτερική επένδυση από ύφασµα. Τα επιθετικά όπλα του οπλίτη ήταν το δόρυ και το ξίφος. Το δόρυ ήταν το κυρίως επιθετικό όπλο, σχεδόν αντίστοιχο σε βαρύτητα και συµβολισµό µε την ασπίδα. Είχε µήκος µιάµιση φορά το ύψος του οπλίτη, δηλαδή 2-2,5 µετρά (εξαίρεση η σάρισα µε µήκος 3,5 µετρά και περισσότερο). Η µια άκρη, αυτή που στρεφόταν προς τον αντίπαλο έφερε µια µεταλλική, συνήθως σιδερένια, αιχµή µε µήκος 20-30 cm. Στην άλλη άκρη στερεωνόταν ο σταυρωτήρ ή στύραξ µια συµπαγής µεταλλική αιχµή από ορείχαλκο η οποία χρησίµευε για τη στερέωση του δόρατος στο έδαφος ή για την πλήρη εξόντωση των πεσµένων εχθρών από τις τελευταίες γραµµές της φάλαγγας χωρίς να χρειαστεί να γυρίσουν τις αιχµές των ακοντίων προς τα κάτω, κάτι αδύνατο λόγω τις πυκνής διάταξης των οπλιτών. Οι οπλίτες χρησιµοποιούσαν κυρίως ένα µακρύ, αµφίστοµο ξίφος µε κυµαινόµενο πάχος. Το πλατύτερο σηµείο του ήταν περίπου στο µέσο της λεπίδας. Το όπλο µπορούσε να χρησιµοποιηθεί για να κόψει αλλά και να τρυπήσει τον αντίπαλο.
 
(1)ΜΕΤΕΞΕΛΗΞΗ ΦΑΛΑΓΓΑΣ:
Τα πρώτα χρόνια που στρατηγοί χρησιµοποίησαν την µέθοδο της οπλιτικής φάλαγγας οι µάχες γίνονταν συνήθως µε αµοιβαία συµφωνία για τη διεξαγωγή τους σε µέρος που πολλές φορές είχαν προεπιλεγεί αποφεύγοντας δε τους αιφνιδιασµούς και τις ενέδρες Πρώτος ο στρατηγός Μιλτιάδης στην αυγή της κλασσικής εποχής υιοθέτησε στη µάχη του Μαραθώνα ένα διαφορετικό σχέδιο. Τοποθέτησε τις δυνάµεις της φάλαγγας δίνοντας βάρος στα δυο άκρα και όχι στο κέντρο όπως γινόταν συνήθως. Έτσι κατάφερε να περικυκλώσει και να εξουδετερώσει τους Πέρσες. Η µεγαλύτερη όµως µεταβολή στην τακτική της φάλαγγας σηµειώθηκε από τον Θηβαίο στρατηγό Επαµεινώνδα ο όποιος επινόησε την τακτική της «λοξής φάλαγγας» καθώς και του επίλεκτου σώµατος του Ιερού Λόχου. Σε γενικές γραµµές φαίνεται πως η βασική αρχή της λοξής φάλαγγας ήταν η συγκέντρωση µεγάλης δύναµης όχι στη δεξιά άκρη της παράταξης (δεξί κέρας) αλλά στην αριστερή ώστε να βρίσκονται απέναντι στο δυνατό δεξί κέρας της αντίπαλης παράταξης. Έτσι λοιπόν οι Θηβαίοι προκαλούσαν ρήγµα στην παράταξη των αντιπάλων και τους ανάγκασε σε φυγή. Ο Φίλιππος ο Β΄ µελέτησε τον τρόπο µε τον οποίο µάχονταν οι Θηβαίοι και επινόησε κάποιες βελτιώσεις . Όταν επέστρεψε στη Μακεδονία σχεδίασε τη µακεδονική φάλαγγα µε την οποία ο γιος και διάδοχος του Φιλίππου ο Αλέξανδρος κατόρθωσε να κατακτήσει την Περσική Αυτοκρατορία συντρίβοντας τους στρατούς της Ανατολής.
 
(1)ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ
Υπό τη διοίκηση του Φιλίππου Β' της Μακεδονίας και του γιού του Μ. Αλεξάνδρου, η Μακεδονική φάλαγγα ήταν ισχυρότατος σχηµατισµός. Αυτοί οι άνδρες µπόρεσαν να κατανοήσουν και να εκµεταλλευτούν τα πλεονεκτήµατά της χωρίς να εκθέσουν στον αντίπαλο τις αδυναµίες της. Κατά την Ελληνιστική περίοδο συγκρούσθηκαν µεγάλες φάλλαγες σαρισσοφόρων µε ποικίλα αποτελέσµατα, ωστόσο ο ρόλος του βαρέος ιππικού πολλές φορές έκρινε εκείνες τις µάχες. Ο Μολοσσός βασιλιάς Πύρρος πρώτος αντιµετώπισε µε φάλαγγα τις Ρωµαϊκές λεγεώνες πετυχαίνοντας οριακές νίκες, που όµως, σε µεγάλο βαθµό οφείλονταν στους ελέφαντές του. Οι Ρωµαίοι συνέτριψαν αργότερα τους στρατούς των Ελληνιστικών βασιλείων, καθώς οι πιο ευέλικτες λεγεώνες τους γνώριζαν πως να αντιµετωπίσουν τις φάλαγγες σαρισσοφόρων. Κύριο πλεονέκτηµα της Μακεδονικής φάλαγγας υπήρξε η τροµερή δύναµη κρούσης που παρέτασσε στο εµπρόσθιο τόξο, καθώς οι σάρισσες των τριών πρώτων σειρών εκτείνονταν τουλάχιστον πέντε µέτρα µπροστά από το µέτωπό της. Το βάθος των ανδρών της έδινε µια ακαταµάχητη ορµή που ήταν πρακτικά αδύνατο να σταµατηθεί από µπροστά. Κύρια µειονεκτήµατα της Μακεδονικής φάλαγγας υπήρξαν τα εκτεθειµένα πλευρά της και η αδυναµία άµυνας σε περίπτωση διάσπασης ή ρήγµατος.Γνωρίζοντας τα παραπάνω, οι Φίλιππος Β' και Μ. Αλέξανδρος στην πραγµατικότητα δεν χρησιµοποίησαν την φάλαγγα ως όπλο κρούσης, δηλαδή δεν επεδίωξαν µε την επέλασή της να καταβάλλουν τον αντίπαλο. Οι Μακεδόνες στρατηλάτες, αντίθετα, χρησιµοποίησαν την φάλαγγα ώστε να αγκιστρώσουν τις δυνάµεις του αντιπάλου επάνω της, να τις εγκλωβίσουν, και στην συνέχεια να επιτύχουν το αποφασιστικό πλήγµα µε το βαρύ ιππικό τους (Εταίροι, Σαρισσοφόροι ιππείς). Συνοψίζοντας, για να αποτελέσει η Μακεδονική φάλαγγα στοιχείο µιας νικηφόρας συνταγής έπρεπε: 1.Να δίνει µάχη σε επίπεδο έδαφος χωρίς ανωµαλίες 2.Να υποστηρίζονται τα πλευρά της επαρκώς από ιππικό 3.Να οδηγείται σε ασφαλείς για αυτήν ελιγµούς και όχι σε καταδίωξη 4.Να διοικείται από υψηλής ποιότητας στρατηγούς και ταξίαρχους (όπως αυτοί του Αλεξάνδρου) 5.Να στελεχώνεται από υψηλής ποιότητας πεζεταίρους (όπως αυτοί του Αλεξάνδρου) Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση (όπως έγινε κατά τις κατακτήσεις των Ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωµαίους) η φάλαγγα εξέθετε τα σηµαντικά µειονεκτήµατά της µε κίνδυνο ένας αποφασιµένος και πειθαρχηµένος εχθρός (όπως οι Ρωµαίοι) να τα εκµεταλλευτεί.
 
(1)ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ ΠΥΡΡΟΥ:
Ο Πύρρος καταγότανε από τους Μολοσσούς ένα δωρικό φύλο που κυριάρχησε στην Ήπειρο.Ο Πύρρος ήτανε από τους πρώτους Έλληνες στρατηλάτες που έστρεψε την προσοχή του δυτικά δηλαδή στους Ρωμαίους θέλοντας να δημιουργήσει μια αντίστοιχη Αλεξανδρινή αυτοκρατορία.Έχοντας συγγένεια με τον Μέγα Αλέξανδρο και πολλά κοινά ως προς την κοινή κοινωνική οργάνωση ο Πύρρος χρησιμοποίησε και αυτός σάρισσες.Κύριο όπλο του όμως ήτανε οι πολεμικοί ελέφαντες.Ο Πύρρος όμως έκανε το λάθος να χρησιμοποιεί τις σάρισσες επιθετικά χάνοντας μεγάλα τμήματα του στρατού του σε κάθε του νίκη λόγου της υψηλής ευελιξίας των Ρωμαικών λεγεώνων.
 
(1)=Εγκυκλοπαίδεια Ηλίου.


ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ν. ΚΑΛΟΔΗΜΑΣ
Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΘΗΝΩΝ